Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014







όταν θα πέσω θριαμβευτικά

σαν χάρτινο λουλούδι πίστας

στα πόδια ενός τραγουδιού που καίγεται

έλα να με μαζέψεις





Σισυφίνα

.....................................................................................



[ Κι εγώ;
 

Που κολλούσα το στήθος μου στο τζάμι
να το διαβάζουν μόνο οι αστραπές σου;

 

(Με γδέρνει τώρα ό,τι ακουμπάς)
 

Καλά που είχα φυλαγμένο  
ένα κομμάτι ουρανού  

Και δεν το ξόδεψα
η φιλάργυρη!

 

Ανατιμάται το γαλάζιο  
όταν λείπει. ]



Eιρήνη Καραγιαννίδου

........................................................................


Σήριαλ killer

Mικρή  μου πόρνη

είπε
δεν μοιάζεις 
με καμία
Κι εγώ
τον πίστεψα

Τώρα σφαδάζει
ο χρόνος
στα χέρια του

Κι εκείνος
χαράσσει
ένα ακόμα
ποίημα
στο δέρμα μου



Άννα Αφεντουλίδου

....................................................................


ΝΟΗΜΑ

Ψάρια με τ' αγκίστρι 
στο στόμα οι λξεις
και η πετονιά κομμένη.
Βρες άλλο τρόπο
να ψαρεύεις·
με δ
ίχτυ ίσως, καλά πλεγμένο.
Έτσι πιθανόν
γεμίσεις το τελάρο του νοήματος.




Γιάννης Μ. Στρατούλης



.........................................................................




Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΟΥΡΘΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ

Περπατούσα στο γρασίδι του πάρκου
με ζαλάδα και πυρετό. Ένας αέρας βγήκε 
απ’ το φουντωτό πεύκο και μια εφημερίδα αναλήφθηκε 
μεσ’ απ’ τα χέρια κάποιου γέρου 
δίπλα σ’ ένα τετράγωνο κοριτσάκι. 
Ο κόσμος στα ατσαλάκωτα κυριακάτικα ρούχα του 
και γριές στα καπέλα της νοσταλγικής Μπελ Επόκ. 
Αλλά πίσω μου έστεκε ο θάνατος. 
Χωρίς να κοιτάξω πίσω ξάπλωσα στο γρασίδι. 
Πάνω μου στάθηκε ο θάνατος. 
Γύρισα πλευρό κι έκλεισα τα μάτια. 
Μέσα μου στεκόταν ο θάνατος. 
Λιποθύμησα ή πέθανα περίπου ένα τέταρτο. 
Οι γύρω μου νόμισαν ότι εγώ είχα αίφνης 
πέσει ανάσκελα πάνω στο γρασίδι 
ν’ απολαύσω τον ήλιο. 



Λευτέρης Πούλιος


............................................................................


     ΜΕΡΕΣ

Τι έχουν κάποιες μέρες

και δεν περνούν
τι τις πονά 
και είναι δακρυσμένες
τι θέλουν
και ζητιανεύουν στην πόρτα μας;



Αλέξανδρος Βαρναριώτης



...........................................................................



 




Το δέντρο που φρόντιζα ξάφνου μαράθηκε
και τότε η φλόγα του τζακιού φώναξε τ' όνομά του



Ηλίας Κεφάλας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου